Η επιστροφή του φόβου
Ο φόβος τρύπωσε στην καρδιά μου από το ακουστικό του τηλεφώνου μου. Από την άκρη της γραμμής, ορθή κοφτή, ασθμαίνοντας, πιο βαριά απ’ ότι συνήθως, η φωνή του κοριτσιού μου. «Τι έχεις, κλαις;», τη ρώτησα και μου απάντησε γρήγορα «δεν μπορούμε ν’ αναπνεύσουμε, δε μπορούμε να βγούμε, θα πεθάνουμε, θα πεθάνουμε». Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει γρήγορα, μάζεψα τους χτύπους της, προσπάθησα να τους βάλω σε μια σειρά για να μην τρέμει η φωνή μου: «Τι έγινε αγάπη μου;». «Ρίξανε μολότοφ στο μαγαζί, στο ισόγειο, ήρθανε με βαριοπούλες, δε μπορούμε να βγούμε, είναι απ’ έξω από την είσοδο της οικοδομής, έχει γεμίσει καπνούς, είναι καμιά τριανταριά κάτω, θα καούμε ζωντανοί, θα καούμε ζωντανοί, μ’ ακούς;». Τα πόδια μου κόπηκαν, ένιωσα την ανάγκη να φωνάξω, έπρεπε κάτι να πω: «Ηρέμησε, αγάπη μου, όλα θα πάνε καλά, προσπαθήστε ξανά να βγείτε». Το κορίτσι μου κάτι ψέλλισε, κάτι σαν «σε αγαπώ» ή «θα πεθάνω», που δεν κατάλαβα καλά και η μάνα της ακούστηκε τσιρίζοντας στο βάθος «έλα θα καούμε, τρέξε, φεύγουμε» και η γραμμή έκλεισε απότομα.
Έμεινα με τα πόδια να τρέμουν, γνωρίζοντας ότι από την άλλη μεριά της πόλης δε μπορούσα να κάνω τίποτα, ότι ήταν αβοήθητη. Πέντε λεπτά αργότερα χτύπησε το κινητό μου «έλα αγάπη μου τι έγινε, βγήκατε;». Απάντησε τσιρίζοντας ανάμεσα στους λυγμούς και το βήχα «Καίγεται το σπίτι μου, καίγεται το σπίτι μου, καίγεται το σπίτι μου». «Ηρέμησε μωρό μου, όλα θα πάνε καλά που είσαι;», «απέναντι, βλέπω την πολυκατοικία μου, έχει πάρει φωτιά το ισόγειο και ο πρώτος όροφος». «Έλα κορίτσι μου, όλα θα πάνε καλά, δε θα φτάσει στον τρίτο, όλα θα πάνε καλά».
Η φωτιά δεν έφτασε στον τρίτο. Ο φόβος, όμως έφτασε. Το κορίτσι μου ξυπνούσε για μήνες στον ύπνο του τρομαγμένο, με την πικρή γεύση του εφιάλτη, έβλεπε ότι της καίνε το σπίτι και ότι δεν μπορεί να ξεφύγει από τον άγριο όχλο με τις βαριοπούλες, ότι δεν μπορεί να σώσει τίποτα, ότι τόσα χρόνια δουλειάς θα καίγονταν μαζί με τον υπολογιστή της, ότι πέθαινε.
Φέτος το τηλέφωνο χτύπησε μεσημέρι. «Καιγόμαστε ξανά, πέταξαν μολότοφ στο ισόγειο, οι εργαζόμενοι είναι ακόμα μέσα». Οι εργαζόμενοι γλίτωσαν φεύγοντας από την πίσω πόρτα του μαγαζιού και η επέμβαση της πυροσβεστικής ήταν πιο γρήγορη. Τον γέρο στον τέταρτο, που δεν μπορεί να περπατήσει, τον κατέβασαν γρήγορα με το καροτσάκι. Το κορίτσι μου είχε σώσει τη δουλειά της σε εξωτερικό σκληρό. Όλοι ήταν πιο έτοιμοι για μια ενδεχόμενη καταστροφή της ζωής τους.
Φέτος καταστράφηκε μόνο η επιχείρηση του ισογείου. Ο φόβος όμως ξανάρθε. Και μύρισε η καρδιά μου ξανά καμένο πλαστικό και τρόμο, μια μυρωδιά που όσο και να πλένω την καρδιά μου δε φεύγει.